ἡδύς


ἡδύς
ἡδύς, εια, ύ сладкий, сладостный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἡδύς" в других словарях:

  • ἡδύς — pleasant masc nom sg ἡδύς pleasant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηδύς — εία, ύ (Α ἡδύς, δωρ. τ. ἁδύς, εῑα, ύ, στον Όμ. το θηλ. και ἡδύς [μόνο μία φορά], ιων. θηλ. ἡδέα, δωρ. θηλ. ἁδέα) 1. γλυκός, ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως στη γεύση, στην όσφρηση και στην ακοή («ἡδύ δεῑπνον», Ομ. Οδ.) 2. (κατ επέκτ. και για… …   Dictionary of Greek

  • ἡδέα — ἡδύς pleasant masc/fem acc sg (ionic) ἡδύς pleasant fem nom/voc sg (epic ionic) ἡδύς pleasant neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἡδέᾱ , ἡδύς pleasant fem nom/voc/acc dual (epic ionic) ἡδύς pleasant neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδέων — ἡδύς pleasant masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἡδέω̆ν , ἡδύς pleasant masc/neut gen pl ἡδύς pleasant masc/neut gen pl ἡδέω̆ν , ἡδύς pleasant gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύ — ἡδύς pleasant masc voc sg ἡδύς pleasant neut nom/voc/acc sg ἡδύς pleasant masc voc sg ἡδύς pleasant neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυτάτω — ἡδύς pleasant masc/neut nom/voc/acc dual ἡδύς pleasant masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυτάτων — ἡδύς pleasant fem gen pl ἡδύς pleasant masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυτάτως — ἡδύς pleasant adverbial ἡδύς pleasant masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυτέρων — ἡδύς pleasant fem gen pl ἡδύς pleasant masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδέες — ἡδύς pleasant masc nom pl (epic ionic) ἡδύς pleasant masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδέος — ἡδύς pleasant masc/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) ἡδύς pleasant masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)